Μπορούμε να οργανώσουμε βόλτες στο νησί αφού προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Είτε κοντά μας, στην περιοχή της Πέρδικας, είτε σε  διάφορα άλλα σημεία του νησιού.

Ποδηλατικές διαδρομές

Όσοι πελάτες μας διαθέτουν δικά τους ή ενοικιαζόμενα ποδήλατα μπορούν να αξιοποιήσουν τις υποδείξεις μας και να κάνουν βόλτες στο νησί που θα τους ευχαριστήσουν πολύ.

πεζοπορία σε μονοπάτια

Υπάρχουν χάρτες με τα μονοπάτια του νησιού και οι πελάτες μας που αρέσκονται στην πεζοπορία θα ανακαλύψουν μέρη που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τα έχουν δει ποτέ
τους (http://energoi-aegina.gr/category/monopatia/) & (http://www.monopatiapolitismou.gr/cms/?p=786)

Γύρος του νησιού με αυτοκίνητο

είτε με ιδιόκτητο είτε με ενοικιασμένο αυτοκίνητο, οι επισκέπτες του νησιού μπορούν σε μία ημερήσια εκδρομή να γνωρίσουν όλο το νησί

Επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους

Αρχαιολογικός χώρος της Κολώνας & Μουσείο

Bρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, κοντά στο λιμάνι και τη σύγχρονη πόλη της Αίγινας. Ο λόφος ονομάστηκε Κολώνα (ιταλικά Colonna) από τους Βενετσιάνους ναυτικούς που είχαν ως σημάδι προσανατολισμού τους τις κολώνες του ναού του Απόλλωνος που δεσπόζει σ' αυτόν. Η Κολώνα της Αίγινας είναι γνωστή για τον προϊστορικό οικισμό της, έναν από τους πιο σημαντικούς εκείνης της περιόδου καθώς και για το ναό του Απόλλωνα του 6ου αι. π.Χ. Η προϊστορική πόλη άκμασε κατά την εποχή του χαλκού (2500-2600 π.Χ) Το ιερό γνώρισε τη μεγάλη ακμή του κατά τα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. 
Tα πρώτα οικιστικά κατάλοιπα στο λόφο της Κολώνας ανάγονται στη Νεότερη Νεολιθική Εποχή. Έκτοτε διαδοχικοί προϊστορικοί οικισμοί (Ι-ΧΙ) κάλυψαν το χώρο. Κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα π.Χ., έπαψε να υπάρχει αστική ζωή. Από το 10ο αιώνα π.Χ. ο λόφος ξαναχρησιμοποιήθηκε ως χώρος κατοίκησης, ενώ τα πρώτα δείγματα λατρείας ανάγονται στον 8ο αιώνα π.Χ., χωρίς ωστόσο να παρατηρείται η έντονη αναθηματική δραστηριότητα και άλλων ιερών. 
Κατά τον 7ο αι. π.Χ., ο λόφος μετατρέπεται σε ιερό, σε τόπο των θεών, γίνεται η ακρόπολη της πόλης, που μεταφέρεται κοντά στο λιμάνι. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. ανεγείρονται τα πρώτα οικοδομήματα για χρήση λατρείας. Ακολουθεί η περίοδος άκμής του ιερού. Μια τελευταία άνθιση σημειώθηκε κατά την ελληνιστική εποχή υπό την ηγεσία των βασιλέων της Περγάμου. Κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών οικοδομήθηκε νέα οχύρωση με το υλικό των κτηρίων του ιερού. Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού όσα οικοδομήματα είχαν διασωθεί χρησιμοποιήθηκαν για άλλες χρήσεις και ο χώρος μετατράπηκε και πάλι σε τόπο κατοίκησης έως το τέλος της πρώτης χιλιετίας, οπότε, εξαιτίας φόβου επιδρομών από τη θάλασσα, ο οικισμός μεταφέρθηκε στο εσωτερικό του νησιού (στην Παλαιοχώρα). 
Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο έγιναν από τους Furtwaengler και Lolling. Από το 1921 έως το 1954 τη συστηματική ανασκαφή στην προϊστορική πόλη και το ναό ξεκίνησε ο G. Welter. Τις ανασκαφές συνέχισε από το 1966 ως το 1992 η Βαυαρική Ακαδημία με τον καθηγητή H. Walter που ανέσκαψε την προϊστορική πόλη και το ελληνορωμαϊκό τείχος. Από το 1994 τις ανασκαφές συνέχισε ο F. Felten για λογαριασμό της Αυστριακής Αρχαιολογικής Σχολής.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Κολώνας στην Αίγινα, περιλαμβάνει τα ερείπια της προϊστορικής πόλης και του ναού του Απόλλωνα καθώς και τμήματα του υστερορωμαϊκού τείχους της ακρόπολης. 
Ο ναός του Απόλλωνος του τέλους του 6ου αιώνα π.Χ. δεσπόζει και σήμερα του ιερού. Ήταν δωρικός περίπτερος ναός με 11 κολώνες στις μακρές, 6 στις στενές πλευρές και από δύο κολώνες εν παραστάσει στον πρόναο και οπισθόδομο. Σήμερα σώζεται μόνο η μία μονολιθική κολώνα του οπισθόδομου και οι κατώτερες στρώσεις των θεμελίων του ναού. Έχουν διασωθεί λείψανα (κυρίως λιθόπλινθοι της θεμελιώσεως) και άλλων οικοδομημάτων του ιερού. Ανατολικά του ναού ο βωμός, στη νοτιοανατολική γωνία της ακρόπολης μικρός ναός (της Αρτέμιδος), πρόπυλο στα νότια, "οικίες των ιερέων" νοτιότερα, κυκλικό κτήριο στα δυτικά του ναού και δύο μικρά ορθογώνια κτίσματα. Διασώθηκαν και τμήματα του τείχους του ιερού που ανάγονται σε διάφορες οικοδομικές περιόδους (αρχαϊκή, ελληνιστική, ρωμαϊκή). 
Δαιδαλώδη μορφή παρουσιάζουν τα οικιστικά κατάλοιπα των διαδοχικών προϊστορικών οικισμών που χαρακτηρίζονται από συνεχείς ανοικοδομήσεις και ενίσχυση της οχύρωσης. 
Κατάλοιπο από τη μεσαιωνική οικιστική χρήση του χώρου αποτελεί η δεξαμενή με κόκκινο υδραυλικό κονίαμα, σκαμμένη στο σηκό του ναού του Απόλλωνα. 
Ανάλογες δεξαμενές διασώθηκαν και σε άλλα σημεία της ακρόπολης.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αίγινας βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο της Κολώνας. Είναι κτισμένο δίπλα στα ερείπια των διαδοχικών προϊστορικών οικισμών και την ακρόπολη των ιστορικών χρόνων. Τα εκθέματα προέρχονται κυρίως από τον αρχαιολογικό χώρο της Κολώνας. 
Το κτήριο όπου στεγάζεται το μουσείο είναι ισόγειο, ισόπλευρο, πετρόκτιστο και κεραμοσκεπές με αίθριο στο κέντρο. Ξύλινη στοά περιτρέχει το αίθριο και τη μία εξωτερική πλευρά του κτίσματος. 
Η σημερινή έκθεση καταλαμβάνει την απέναντι από την είσοδο του μουσείου πτέρυγα, που αποτελείται από τρεις αίθουσες. Η συλλογή καλύπτει την περίοδο από την προϊστορική εποχή έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Στην αριστερή γωνιακή αίθουσα υπάρχουν δύο προθήκες με κεραμική της προϊστορικής εποχής (νεολιθική-μυκηναϊκή εποχή). Μεγάλοι πίθοι της πρωτοελλαδικής και μεσοελλαδικής εποχής πλαισιώνουν της προθήκες. Στις δύο προθήκες της κεντρικής αίθουσας εκτίθεται κεραμική της γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής. Η ποικιλία των εισαγωγών της κεραμικής (Άργος, Ρόδος, Κόρινθος, Αττική) αποδεικνύει την έντονη εμπορική δραστηριότητα των Αιγινητών κατά τους ιστορικούς χρόνους, η οποία μαρτυρείται και στα αρχαία κείμενα. Στην ίδια αίθουσα αντιπροσωπεύεται και η αιγινήτικη πλαστική (7ος -5ος αι. π.Χ.) με σειρά γλυπτών. 
Η Αίγινα υπήρξε έδρα μιας από τις πιο γνωστές σχολές πλαστικής κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Την εξέλιξή της εικονογραφούν τα γλυπτά των αετωμάτων των δύο αρχαϊκών ναών του Απόλλωνα, οι δύο σφίγγες του ιερού και μερικά ανάγλυφα (πρώιμη αναθηματική στήλη-υστεροαρχαϊκά ανάγλυφα). Σημαντικότατη είναι η επιγραφή που αναφέρεται στον αρχαιότερο ναό της Αφαίας. Στην δεξιά γωνιακή αίθουσα εκτίθενται σε δύο προθήκες θραύσματα των αετωμάτων της Αφαίας. Οι προθήκες πλαισιώνονται από ανάγλυφα, όρους ιερών και λίγα ελληνιστικά και ρωμαϊκά έργα. Στη στοά του αίθριου εκτίθεται ένα μέρος από την Καποδιστριακή συλλογή αναγλύφων (κυρίως από τη Ρήνεια) που αποτέλεσε το περιεχόμενο του πρώτου "Εθνικού Μουσείου" της Ελλάδος.

Αρχαιολογικός χώρος Αφαίας

Στα τέλη της περιόδου αυτής, περί το 500 π.Χ. και λίγο μετά, ο χώρος αποκτά τη μνημειώδη αρχιτεκτονική μορφή που είναι και σήμερα ορατή. Ισοπεδώνεται με την κατασκευή ισοδομικών αναλημμάτων, για τη στήριξη των χωμάτων, και κατασκευάζεται ο ναός, ο βωμός, το πρόπυλο και κάποιας δευτερεύουσας σημασίας οικοδομήματα. Μία μικρότερη περίοδος ακμής, που σημειώνεται κατά τα μέσα του 4ου αιώνα, άφησε τα ίχνη της στη νέα διαμόρφωση του βωμού και την κατασκευή νέων κτιρίων στα ΝΑ του τεμένους. Η κεραμεική των μεταγενέστερων χρόνων δηλώνει μικρή μόνο δραστηριότητα μέχρι τις αρχές του 1ου π.Χ. αιώνα, οπότε το ιερό παρακμάζει οριστικά. 

Εντούτοις, αναφέρεται ακόμη από τον περιηγητή Παυσανία το 2ο μ.Χ. αιώνα. Αργότερα -ίσως τον 3ο μ.Χ αιώνα- αφαιρέθηκαν οι μεταλλικοί σύνδεσμοι, που συγκρατούσαν τα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού, και τμήματά του κατέρρευσαν. Η θέση του, όμως, παρέμεινε γνωστή. 
Το 1811 ο Άγγλος Cockerell και ο Γερμανός von Hallerstein λεηλάτησαν τα γλυπτά των αετωμάτων στο εξωτερικό, όπου και πουλήθηκαν στο Λουδοβίκο Α΄της Βαυαρίας. Σήμερα βρίσκονται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Βρίσκεται στην κορυφή πευκόφυτου υψώματος στα ΒΑ του νησιού και ξεχωρίζει για την πολύ καλή κατάσταση διατήρησης του υστεροαρχαϊκού του ναού. 
Αρχικά ο χώρος ήταν αφιερωμένος στη λατρεία της τοπικής θεάς Αφαίας, που αργότερα ταυτίστηκε με την Αθηνά. Ευρήματα των προϊστορικών χρόνων -μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα ειδώλια γυναικείας θηλάζουσας μορφής- οδηγούν στο συμπέρασμα ότι λατρεία υπήρχε ήδη από τα χρόνια αυτά, ίσως από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Η σημαντικότερη περίοδος ακμής του ιερού -όπως πιστοποιούν τα αναθήματα και, ιδιαίτερα, η έντονη οικοδομική δραστηριότητα- σημειώνεται κατά τα αρχαϊκά χρόνια.

Ο ναός της Αφαίας δεσπόζει στην κορυφή πευκόφυτου λόφου στο βορειοανατολικό μέρος της Αίγινας. Είναι το σπουδαιότερο μνημείο που σώζεται από το ιερό, το οποίο ήταν αφιερωμένο στη θεότητα Αφαία και φαίνεται ότι είχε ιδρυθεί σε χώρο όπου υπήρχε λατρευτική δραστηριότητα ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή. Ο Παυσανίας (2.30.3-5) αναφέρει το μύθο για την Αφαία και την ταυτίζει με την κρητική θεά Βριτόμαρτι-Δίκτυννα, άποψη που είναι σήμερα αποδεκτή από τους ερευνητές. Ο ναός κτίσθηκε γύρω στο 500-490 π.Χ. και είναι ο δεύτερος πώρινος, που οικοδομήθηκε στην ίδια περίπου θέση και με τον ίδιο προσανατολισμό. Ο πρωιμότερος δωρικός ναός χρονολογείται περίπου στο 570-560 π.Χ. και καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 510 π.Χ. Την εποχή της ανοικοδόμησης του νέου ναού το ιερό πήρε την οριστική του μνημειακή διαμόρφωση. Μεγαλύτερος χώρος ισοπεδώθηκε, νέα αναλήμματα διαμορφώθηκαν, το τέμενος τειχίσθηκε με λίθινο τοίχο και η είσοδος γινόταν από επιβλητικό πρόπυλο στη νότια πλευρά του περιβόλου, ενώ έξω από το πρόπυλο υπήρχε συγκρότημα οικοδομημάτων για τις ανάγκες του ιερού. Το ιερό της Αφαίας δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα. Η αθηναϊκή επιβολή στην Αίγινα από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. είχε και εδώ τον αντίκτυπό της. Βαθμιαία το ιερό παρήκμασε και μόνο λίγες εργασίες επισκευών σημειώθηκαν τον 4ο αι. π.Χ. Ο 3ος αιώνας π.Χ. ήταν περίοδος μεγάλης παρακμής και προς το τέλος του 2ου αι. π.Χ. ο χώρος είχε πια εγκαταλειφθεί. 
Ο ναός είναι δωρικός περίπτερος, με κιονοστοιχία 12 κιόνων στις μακρές και 6 στις στενές πλευρές. Οι κίονες είναι μονολιθικοί με 20 ραβδώσεις, εκτός από τρεις της βόρειας πλευράς, που αποτελούνται από σπονδύλους. Στηρίζεται σε κρηπίδα τριών βαθμίδων, έχει πρόδομο και οποσθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσι και σηκό με δίτονη εσωτερική κιονοστοιχία πέντε κιόνων. Η είσοδος γινόταν από την ανατολική πλευρά, όπου είχε κατασκευασθεί επικλινές επίπεδο από καλά πελεκημένους λίθους. Οι κίονες, οι τοίχοι του σηκού και ο θριγκός είναι από ντόπιο πωρώδη ασβεστόλιθο και καλύπτονται με επίχρισμα, ενώ σε μερικά μέρη του θριγκού σώζεται και διακόσμηση με χρώμα. Τη δίρριχτη στέγη του ναού κάλυπτε πήλινη κεράμωση κορινθιακού τύπου και μόνο η πρώτη στρώση κεράμων με τις ανθεμωτές ακροκεράμους ήταν μαρμάρινη. Το κορυφαίο ανθεμωτό ακρωτήριο, που πλαισιωνόταν από δύο κόρες, ήταν επίσης μαρμάρινο, καθώς και οι τέσσερις σφίγγες στις γωνίες της στέγης. Τα γλυπτά των αετωμάτων και τα ακρωτήρια της στέγης ήταν από παριανό μάρμαρο και έφεραν χρώματα. Το θέμα και των δύο αετωμάτων είναι οι μυθικές εκστρατείες στην Τροία, στις οποίες διακρίθηκαν Αιγηνίτες ήρωες. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζεται η παλαιότερη εκστρατεία, με τον Ηρακλή κατά του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα, στην οποία έλαβε μέρος ο Τελαμών, γιός του Αιακού. Στο δυτικό αέτωμα απεικονίζεται η νεότερη εκστρατεία με τον Αγαμέμνονα κατά του Πριάμου, στην οποία διακρίθηκαν τρεις απόγονοι του Αιακού, ο Αίας, ο Τεύκρος και ο Αχιλλέας. Παρούσα και στις δύο εκστρατείες είναι η Αθηνά, ως η κεντρική μορφή κάθε αετώματος. Το δυτικό αέτωμα απηχεί την αισθητική του 6ου αι. π.Χ., ενώ το ανατολικό με τη μεγαλύτερη κινητικότητα των μορφών και την απουσία σχηματοποίησης παραπέμπει στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. 
Μετά την εγκατάλειψή του το μνημείο παρέμεινε ορατό και εντυπωσιακό στο λόφο. Η πρώτη έρευνά του έγινε το 1811 από τον αρχιτέκτονα Ch. R. Cockerell και το φίλο του βαρώνο von Hallerstein, που επισκέφθηκαν το χώρο και ανέσκαψαν τα γλυπτά των αετωμάτων, τα οποία μετέφεραν στην Ιταλία. Από εκεί το 1828 κατέληξαν στο Μόναχο, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα και εκτίθενται στη Γλυπτοθήκη. Συστηματική ανασκαφή του μνημείου πραγματοποιήθηκε από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο το 1901, υπό την εποπτεία των Ad. Furtwangler και H. Thiersch και αργότερα, το 1964-1981, του D. Ohly. Τα έτη 1956-1957 έγιναν αναστηλωτικές εργασίες από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα.

Επισκέψεις σε εκκλησίες και μοναστήρια

Στην Αίγινα βρίσκονται πολλά σημαντικά μοναστήρια και εκκλησίες που μπορείτε εύκολα να επισκεφθείτε, όπως Παλαιοχώρα, Άγιος Νεκτάριος και άλλα